αμήνυτος
•
- που δεν του έχουν στείλει μήνυμα Βικιλεξικό
- ξαφνικός, απρόσκλητος Βικιλεξικό
- που δεν του έχουν κάνει μήνυση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμήνυτος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική μηνύω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμήνυτος | αμήνυτη | αμήνυτο |
| Γενική | αμήνυτου | αμήνυτης | αμήνυτου |
| Αιτιατική | αμήνυτο | αμήνυτη | αμήνυτο |
| Κλητική | αμήνυτε | αμήνυτη | αμήνυτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμήνυτοι | αμήνυτες | αμήνυτα |
| Γενική | αμήνυτων | αμήνυτων | αμήνυτων |
| Αιτιατική | αμήνυτους | αμήνυτες | αμήνυτα |
| Κλητική | αμήνυτοι | αμήνυτες | αμήνυτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →