Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμίλητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε μιλάει Βικιλεξικό
  2. σπάνιοπου δεν του έχουν μιλήσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμίλητος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀμίλητος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμίλητοςαμίλητηαμίλητο
Γενικήαμίλητουαμίλητηςαμίλητου
Αιτιατικήαμίλητοαμίλητηαμίλητο
Κλητικήαμίλητεαμίλητηαμίλητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμίλητοιαμίλητεςαμίλητα
Γενικήαμίλητωναμίλητωναμίλητων
Αιτιατικήαμίλητουςαμίλητεςαμίλητα
Κλητικήαμίλητοιαμίλητεςαμίλητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →