Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμίσθωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει μισθωθεί Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοάμισθος Βικιλεξικό
    • Ιδέ τόν στρατιώτην αυτόν, ό οποίος κατ' αρχάς έτρεχεν αυτόματος, αμίσθωτος είς τό πεδίον τής μάχης και αντετάττετο πλήρης ενθουσιασμού και αφοβίας είς τάς πολυπληθείς φάλαγγας τών εχθρών (Αναστάσιος Πολυζωίδης)

Ετυμολογία

αμίσθωτος < α- στερητικό + μισθώνω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμίσθωτοςαμίσθωτηαμίσθωτο
Γενικήαμίσθωτουαμίσθωτηςαμίσθωτου
Αιτιατικήαμίσθωτοαμίσθωτηαμίσθωτο
Κλητικήαμίσθωτεαμίσθωτηαμίσθωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμίσθωτοιαμίσθωτεςαμίσθωτα
Γενικήαμίσθωτωναμίσθωτωναμίσθωτων
Αιτιατικήαμίσθωτουςαμίσθωτεςαμίσθωτα
Κλητικήαμίσθωτοιαμίσθωτεςαμίσθωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →