αμίσθωτος
•
- που δεν έχει μισθωθεί Βικιλεξικό
- παρωχημένοάμισθος Βικιλεξικό
- Ιδέ τόν στρατιώτην αυτόν, ό οποίος κατ' αρχάς έτρεχεν αυτόματος, αμίσθωτος είς τό πεδίον τής μάχης και αντετάττετο πλήρης ενθουσιασμού και αφοβίας είς τάς πολυπληθείς φάλαγγας τών εχθρών (Αναστάσιος Πολυζωίδης)
Ετυμολογία
αμίσθωτος < α- στερητικό + μισθώνω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμίσθωτος | αμίσθωτη | αμίσθωτο |
| Γενική | αμίσθωτου | αμίσθωτης | αμίσθωτου |
| Αιτιατική | αμίσθωτο | αμίσθωτη | αμίσθωτο |
| Κλητική | αμίσθωτε | αμίσθωτη | αμίσθωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμίσθωτοι | αμίσθωτες | αμίσθωτα |
| Γενική | αμίσθωτων | αμίσθωτων | αμίσθωτων |
| Αιτιατική | αμίσθωτους | αμίσθωτες | αμίσθωτα |
| Κλητική | αμίσθωτοι | αμίσθωτες | αμίσθωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →