Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμανές

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. είδος λαϊκού τραγουδιού, με ανατολίτικες ρίζες, ερωτικό συνήθως στο οποίο επαναλαμβάνεται συχνά το επιφώνημα «αμάν!» Βικιλεξικό
    • Ο παππούς πρόσθετε ότι «οι βλάχοι και οι πρόσφυγες από την Τουρκίαν συχνάζουν εις κατώτερον είδος διασκεδαστηρίων, εις τα λεγόμενα «καφέ αμάν», όπου, το λέγει η λέξις, ακούγονται αμανέδες - Αμάν Μέμο, Κουζούμ, Μέμο! Γιαβρούμ Μέμο! Σεκέρ, Μέμο! Εβλιάτ, Μέμο! - με υπόκρουσιν σαντουρίου, φλαούτου και κλαρίνου (Τριανταφύλλου Σώτη, Το τυφλό γουρούνι στη Δεύτερη οδό, εκδ. Πατάκης, 2025)

Ετυμολογία

αμανές < (άμεσο δάνειο) τουρκική mâni με ανάπτυξη προτακτικού α- < αραβική معنى (máʕnā)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμανέςαμανέδες
Γενικήαμανέαμανέδων
Αιτιατικήαμανέαμανέδες
Κλητικήαμανέαμανέδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →