αμανίκωτος
•
- αφορά ρούχαχωρίς μανίκια Βικιλεξικό
- Μια κυρία της 3ης χιλιετίας φορούσε ένα φόρεμα μα κωδωνόσχημη φούστα και αμανίκωτο μπούστο (κορσάζ), που άφηνε ακάλυπτο το στήθος, ξεχειλωτό τον αυχένα. (*)
- αφορά ανθρώπουςχωρίς μανίκια Βικιλεξικό
- μεταφορικάχωρίς λαβή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμανίκωτος < μεσαιωνική ελληνική αμανίκωτος < ἀ- + μανίκι + -ωτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμανίκωτος | αμανίκωτη | αμανίκωτο |
| Γενική | αμανίκωτου | αμανίκωτης | αμανίκωτου |
| Αιτιατική | αμανίκωτο | αμανίκωτη | αμανίκωτο |
| Κλητική | αμανίκωτε | αμανίκωτη | αμανίκωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμανίκωτοι | αμανίκωτες | αμανίκωτα |
| Γενική | αμανίκωτων | αμανίκωτων | αμανίκωτων |
| Αιτιατική | αμανίκωτους | αμανίκωτες | αμανίκωτα |
| Κλητική | αμανίκωτοι | αμανίκωτες | αμανίκωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →