Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμανίκωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αφορά ρούχαχωρίς μανίκια Βικιλεξικό
    • Μια κυρία της 3ης χιλιετίας φορούσε ένα φόρεμα μα κωδωνόσχημη φούστα και αμανίκωτο μπούστο (κορσάζ), που άφηνε ακάλυπτο το στήθος, ξεχειλωτό τον αυχένα. (*)
  2. αφορά ανθρώπουςχωρίς μανίκια Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάχωρίς λαβή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμανίκωτος < μεσαιωνική ελληνική αμανίκωτος < ἀ- + μανίκι + -ωτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμανίκωτοςαμανίκωτηαμανίκωτο
Γενικήαμανίκωτουαμανίκωτηςαμανίκωτου
Αιτιατικήαμανίκωτοαμανίκωτηαμανίκωτο
Κλητικήαμανίκωτεαμανίκωτηαμανίκωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμανίκωτοιαμανίκωτεςαμανίκωτα
Γενικήαμανίκωτωναμανίκωτωναμανίκωτων
Αιτιατικήαμανίκωτουςαμανίκωτεςαμανίκωτα
Κλητικήαμανίκωτοιαμανίκωτεςαμανίκωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →