αμαξάδικο
•
- προφορικόαμαξοποιείο, αμαξουργείο Βικιλεξικό
- αμαξοστάσιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμαξάδικο < αμαξ(άς) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμαξάδικο | αμαξάδικα |
| Γενική | αμαξάδικου | αμαξάδικων |
| Αιτιατική | αμαξάδικο | αμαξάδικα |
| Κλητική | αμαξάδικο | αμαξάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →