Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμαξάδικο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. προφορικόαμαξοποιείο, αμαξουργείο Βικιλεξικό
  2. αμαξοστάσιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμαξάδικο < αμαξ(άς) + -άδικο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμαξάδικοαμαξάδικα
Γενικήαμαξάδικουαμαξάδικων
Αιτιατικήαμαξάδικοαμαξάδικα
Κλητικήαμαξάδικοαμαξάδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →