Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμαρυλλίδα

/a.ma.ɾiˈli.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λουλούδιφυτό που ανήκει στο είδος κρίνου (Amaryllis belladonna) Βικιλεξικό
  2. λουλούδιφυτό που ανήκει στο γένος Ιππίαστρον (Hippeastrum) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμαρυλλίδα < Amaryllis (ταξινομικός όρος) < (λόγιο δάνειο) λατινική Amaryllis < αρχαία ελληνική Ἀμαρυλλίς με την αιτιατική ενικού «τὴν Ἀμαρυλλίδα»

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμαρυλλίδααμαρυλλίδες
Γενικήαμαρυλλίδαςαμαρυλλίδων
Αιτιατικήαμαρυλλίδααμαρυλλίδες
Κλητικήαμαρυλλίδααμαρυλλίδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →