αμαυρώνω
•
- βλάπτω, χαλώ Βικιλεξικό
- για τη φήμη κάποιουκαταστρέφω, σπιλώνω Βικιλεξικό
- μεταφορικάμαυρίζω, λερώνω, αφήνω στίγμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμαυρώνω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀμαυρώνω < αρχαία ελληνική / ἀμαυρ(ῶ) με μεταπλασμό ώστε να καταλήγει σε «-ώνω»
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αμαυρώνω | αμαυρώνεις | αμαυρώνει | αμαυρώνουμε | αμαυρώνετε | αμαυρώνουν / αμαυρώνουνε |
| Παρατατικός | αμαύρωνα | αμαύρωνες | αμαύρωνε | αμαυρώναμε | αμαυρώνατε | αμαυρώναν / αμαυρώνανε / αμαύρωναν |
| Αόριστος | αμαύρωσα | αμαύρωσες | αμαύρωσε | αμαυρώσαμε | αμαυρώσατε | αμαυρώσαν / αμαυρώσανε / αμαύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα αμαυρώνω / θα αμαυρώσω | θα αμαυρώνεις / θα αμαυρώσεις | θα αμαυρώνει / θα αμαυρώσει | θα αμαυρώνουμε / θα αμαυρώσουμε | θα αμαυρώνετε / θα αμαυρώσετε | θα αμαυρώνουν / θα αμαυρώνουνε / θα αμαυρώσουν / θα αμαυρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αμαυρώσει | έχεις αμαυρώσει | έχει αμαυρώσει | έχουμε αμαυρώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αμαυρώσει | είχες αμαυρώσει | είχε αμαυρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αμαυρώσει / να αμαυρώνω / να αμαυρώσω | να έχεις αμαυρώσει / να αμαυρώνεις / να αμαυρώσεις | να έχει αμαυρώσει / να αμαυρώνει / να αμαυρώσει | να έχουμε αμαυρώσει / να αμαυρώνουμε / να αμαυρώσουμε | να αμαυρώνετε / να αμαυρώσετε | να αμαυρώνουν / να αμαυρώνουνε / να αμαυρώσουν / να αμαυρώσουνε |
| Προστακτική | — | αμαύρωνε / αμαύρωσε | — | — | αμαυρώνετε / αμαυρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αμαυρώθηκααμαυρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →