αμβλύνους
•
- λόγιοπου δεν έχει ευστροφία, όχι ιδιαίτερα έξυπνος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμβλύνους < αμβλύ(ς) + -νους (νους) κατά το βραδύνους
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμβλύνους | — | αμβλύνουν |
| Γενική | αμβλύνου | — | αμβλύνου |
| Αιτιατική | αμβλύνου | — | αμβλύνουν |
| Κλητική | αμβλύνους | — | αμβλύνουν |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμβλύνοες | — | αμβλύνοα |
| Γενική | αμβλυνόων | — | αμβλυνόων |
| Αιτιατική | αμβλύνοες | — | αμβλύνοα |
| Κλητική | αμβλύνοες | — | αμβλύνοα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →