αμβροσία
•
- ελληνική μυθολογίαη τροφή των θεών του Ολύμπου σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία Βικιλεξικό
- σπάνιοπολύ νόστιμο φαγητό Βικιλεξικό
- φυτότο φυτό βρομούσα (Ambrosia trifida) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμβροσία < αρχαία ελληνική ἀμβροσία < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ἀμβρόσιος (μη θνητός, αθάνατος) < ἀ- + βροτός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *mr̥twós, *mr̥tós (νεκρός, θνητός), *mr̥tó- < *mer- (πεθαίνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμβροσία | αμβροσίες |
| Γενική | αμβροσίας | αμβροσιών |
| Αιτιατική | αμβροσία | αμβροσίες |
| Κλητική | αμβροσία | αμβροσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →