Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμείβομαι

ρήμα
•
  1. παίρνω αμοιβή για εργασία που προσφέρω, πληρώνομαι Βικιλεξικό
    • Θυμήθηκε τον πατέρα του. «Δέκα φορές πιο δύσκολα απ' τον πλούτο μοιράζεται η φτώχεια», συνήθιζε να λέει σαν έπιανε καμιά απ' τις τεχνίτρες του, που αμείβοταν με το κομμάτι, να ρίχνει στο μέτρημα τις άλλες για μερικές πενταροδεκάρες. (Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, εκδ. Καστανιώτη, 2013)
  2. δέχομαι υλική ή/και ηθική ανταμοιβή για την προσφορά μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμείβομαι < παθητική φωνή του ρήματος αμείβω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →