αμείβομαι
•
- παίρνω αμοιβή για εργασία που προσφέρω, πληρώνομαι Βικιλεξικό
- Θυμήθηκε τον πατέρα του. «Δέκα φορές πιο δύσκολα απ' τον πλούτο μοιράζεται η φτώχεια», συνήθιζε να λέει σαν έπιανε καμιά απ' τις τεχνίτρες του, που αμείβοταν με το κομμάτι, να ρίχνει στο μέτρημα τις άλλες για μερικές πενταροδεκάρες. (Κωνσταντίνος Δ. Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, εκδ. Καστανιώτη, 2013)
- δέχομαι υλική ή/και ηθική ανταμοιβή για την προσφορά μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμείβομαι < παθητική φωνή του ρήματος αμείβω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →