αμείωτος
•
- που δεν έχει μειωθεί, δεν έχει ελαττωθεί Βικιλεξικό
- Παρακολούθησα ολόκληρο τον χθεσινό αγώνα ποδοσφαίρου με αμείωτο ενδιαφέρον.
- Ύστερ' απ' αυτό, η συζήτηση άναψε για τα καλά και συνεχίστηκε μέχρι το τέλος με αμείωτη ένταση.
Ετυμολογία
αμείωτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀμείωτος < ἀ- στερητικό + μειωτός (< μειόω / μειῶ < μείων + -τος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμείωτος | αμείωτη | αμείωτο |
| Γενική | αμείωτου | αμείωτης | αμείωτου |
| Αιτιατική | αμείωτο | αμείωτη | αμείωτο |
| Κλητική | αμείωτε | αμείωτη | αμείωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμείωτοι | αμείωτες | αμείωτα |
| Γενική | αμείωτων | αμείωτων | αμείωτων |
| Αιτιατική | αμείωτους | αμείωτες | αμείωτα |
| Κλητική | αμείωτοι | αμείωτες | αμείωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →