Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμειδίαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μειδιά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμειδίαστος < αρχαία ελληνική αμειδίαστος / ἀμειδίατος < μειδιάω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμειδίαστοςαμειδίαστηαμειδίαστο
Γενικήαμειδίαστουαμειδίαστηςαμειδίαστου
Αιτιατικήαμειδίαστοαμειδίαστηαμειδίαστο
Κλητικήαμειδίαστεαμειδίαστηαμειδίαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμειδίαστοιαμειδίαστεςαμειδίαστα
Γενικήαμειδίαστωναμειδίαστωναμειδίαστων
Αιτιατικήαμειδίαστουςαμειδίαστεςαμειδίαστα
Κλητικήαμειδίαστοιαμειδίαστεςαμειδίαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →