αμελέτητα
•
- φαγητάοι όρχεις σφαγίων και ο σχετικός μεζές Βικιλεξικό
- Παραγγείλαμε στην ταβέρνα πολλούς μεζέδες, σπληνάντερο, αμελέτητα και άλλα πολλά.
- κατ’ επέκτασηοι όρχεις ανθρώπου Βικιλεξικό
- Τον κλότησε στα αμελέτητα.
Ετυμολογία
αμελέτητα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αμελέτητος στον πληθυντικό. Κυριολεκτικά: «αυτά που δεν μπορούν ή δεν πρέπει να μελετηθούν, να κατονομαστούν».
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →