αμελλητί
•
- γρήγορα, αμέσως, δίχως αργοπορία Βικιλεξικό
- Σε δηλώσεις του μετά τις διαδοχικές συναντήσεις στη Βουλή (...) μίλησε για αναγκαιότητα λήψης, αμελλητί, μέτρων για την καταπολέμηση της ανεργίας, ιδιαίτερα των νέων. (* εφημερίδα Αυγή)
- νομικός όροςχωρίς υπαίτια βραδύτητα Βικιλεξικό
- ο ανακριτικός υπάλληλος υποχρεούται όπως ανακοινώσει αμελλητί στον αρμόδιο εισαγγελέα αξιόποινη πράξη.
Ετυμολογία
αμελλητί < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀμελλητί < ἀμέλλητος < ἀ- (στερητικό) + αρχαία ελληνική μέλλω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →