Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμελώδητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου δεν τον έχουν μελωδήσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμελώδητος < ελληνιστική κοινή ἀμελῴδητος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμελώδητοςαμελώδητηαμελώδητο
Γενικήαμελώδητουαμελώδητηςαμελώδητου
Αιτιατικήαμελώδητοαμελώδητηαμελώδητο
Κλητικήαμελώδητεαμελώδητηαμελώδητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμελώδητοιαμελώδητεςαμελώδητα
Γενικήαμελώδητωναμελώδητωναμελώδητων
Αιτιατικήαμελώδητουςαμελώδητεςαμελώδητα
Κλητικήαμελώδητοιαμελώδητεςαμελώδητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →