αμερικάνικα
•
- γλώσσαη αγγλική γλώσσα Βικιλεξικό
- τα μιλάει καλά τ' αμερικάνικα
- Να παίζει το τρανζίστορ τ’ αμερικάνικα / κι εσύ περνάς στους δρόμους / με το μπουφάν στους ώμους / και τα πουκαμισάκια τα κοντομάνικα. (Να παίζει το τρανζίστορ, στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης, μουσική: Γιώργος Χατζηνάσιος, εκτέλεση: Μαρινέλλα, 1978)
- γλώσσατα αγγλικά της Αμερικής, των ΗΠΑ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμερικάνικα < αμερικάνικ(ος) + -α : για τη γλώσσα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αμερικάνικος στον πληθυντικό
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμερικάνικα | αμερικάνικα |
| Γενική | — | αμερικάνικων |
| Αιτιατική | — | αμερικάνικα |
| Κλητική | — | αμερικάνικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →