Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμερικανιά

/a.me.ɾi.kaˈɲa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αργκόαποδοκιμαστικός χαρακτηρισμός για κάτι αμερικανικής προέλευσης Βικιλεξικό
    • Η αργκό των τράπερ είναι μια ιστορία η οποία θα μπορούσε να πυροδοτήσει γλωσσολογική έκρηξη στον Μπαμπινιώτη, που στο κάτω-κάτω της γραφής εξερράγη για πολύ λιγότερα, όπως το click away και το delivery. Η γλώσσα των τράπερ στις ρίμες αλλά και στον δημόσιο λόγο τους είναι κι αυτή υβριδική, ένα συνονθύλευμα σπασμένων ελληνικών, νεολογισμών, greeklish, φληναφημάτων και αμερικανιών. Το «struggle» είναι η βιοπάλη, το ρήμα «φλεξάρω» αντικαθιστά το «επιδεικνύω» ή έστω το «κοκορεύομαι», οι λέξεις «man» και «bro» δεν χρειάζονται μετάφραση, το «diss» είναι η ασέβεια, το «beef» το μαναφούκι, τα «βέρια» γίνονται συντομογραφία της λέξης «νταλαβέρια».
  2. φαγητό αμερικανικής προέλευσης Βικιλεξικό
    • Όταν λαχταράω μια ξεγυρισμένη αμερικανιά που σπάνια βρίσκω στα καθ’ ημών, διαλέγω ανάμεσα στα πολλά ωραία του New York Sandwiches: BLT, pepperoni sausage, Philly cheese steak, chicken parm, και άλλα.
    • Kαι μια που το θέμα μας είναι οι «αμερικανιές», να πούμε ότι την τελευταία φορά που περάσαμε μας είπαν ότι ετοιμάζουν και μια νέα πληθωρική σειρά New York style cookies, που θα τα εμφανίσουν σε λίγο καιρό.

Ετυμολογία

αμερικανιά < αμερικαν(ός) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμερικανιάαμερικανιές
Γενικήαμερικανιάςαμερικανιών
Αιτιατικήαμερικανιάαμερικανιές
Κλητικήαμερικανιάαμερικανιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →