αμεσότητα
•
- το να γίνεται χωρίς την μεσολάβηση ή την παρεμβολή κάποιου Βικιλεξικό
- ξαφνικά μου ήρθε μια έμπνευση, μια «φλασιά» - μου αρέσει αυτή η άκομψη λέξη. Ίσως γιατί μεταφέρει τη φρεσκάδα, την αμεσότητα και την αυθεντικότητα των νέων, που αμφισβητούν τις καθωσπρέπει εκφράσεις και συμπεριφορές που επικροτούν οι μεγάλοι. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκης, 2014)
- το να γίνεται κάτι άμεσα, στο εγγύς μέλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμεσότητα < μεσαιωνική ελληνική ἀμεσότης < ἄμεσος < αρχαία ελληνική μέσον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμεσότητα | αμεσότητες |
| Γενική | αμεσότητας | αμεσοτήτων |
| Αιτιατική | αμεσότητα | αμεσότητες |
| Κλητική | αμεσότητα | αμεσότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →