Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμετάδοτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μεταδίδεται, συνήθως για εκπομπή ή μαγνητοσκοπημένο αγώνα (για τα νοσήματα χρησιμοποιείται συνήθως η μετοχή μεταδιδόμενος με αρνητικό μόριο, δηλ. μη μεταδιδόμενος) Βικιλεξικό
  2. για τη γνώση ή άλλες αφηρημένες έννοιες, με την έννοια ότι αυτές δεν μεταδόθηκαν ή ήταν και είναι αδύνατο να μεταδοθούν (το αμετάδοτο μυστικό, η αμετάδοτη εμπειρία) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμετάδοτος < α- στερητικό και μεταδίδω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμετάδοτοςαμετάδοτηαμετάδοτο
Γενικήαμετάδοτουαμετάδοτηςαμετάδοτου
Αιτιατικήαμετάδοτοαμετάδοτηαμετάδοτο
Κλητικήαμετάδοτεαμετάδοτηαμετάδοτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμετάδοτοιαμετάδοτεςαμετάδοτα
Γενικήαμετάδοτωναμετάδοτωναμετάδοτων
Αιτιατικήαμετάδοτουςαμετάδοτεςαμετάδοτα
Κλητικήαμετάδοτοιαμετάδοτεςαμετάδοτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →