Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμετάθετος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν πήρε μετάθεση Βικιλεξικό
  2. που δεν επιτρέπεται να πάρει μετάθεση Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάσταθερός, αμετακίνητος Βικιλεξικό
    • αμετάθετη απόφαση, αμετάθετη βούληση

Ετυμολογία

αμετάθετος < (ελληνιστική κοινή) ἀμετάθετος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμετάθετοςαμετάθετηαμετάθετο
Γενικήαμετάθετουαμετάθετηςαμετάθετου
Αιτιατικήαμετάθετοαμετάθετηαμετάθετο
Κλητικήαμετάθετεαμετάθετηαμετάθετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμετάθετοιαμετάθετεςαμετάθετα
Γενικήαμετάθετωναμετάθετωναμετάθετων
Αιτιατικήαμετάθετουςαμετάθετεςαμετάθετα
Κλητικήαμετάθετοιαμετάθετεςαμετάθετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →