Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμεταδοσία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη έλλειψη μετάδοσης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμεταδοσία < ελληνιστική κοινή ἀμεταδοσία < αρχαία ελληνική μεταδίδωμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμεταδοσίααμεταδοσίες
Γενικήαμεταδοσίαςαμεταδοσιών
Αιτιατικήαμεταδοσίααμεταδοσίες
Κλητικήαμεταδοσίααμεταδοσίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →