Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμετακόμιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει μετακομιστεί Βικιλεξικό
  2. που δεν είναι δυνατόν να μετακομιστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμετακόμιστος < α- + μετακομίζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμετακόμιστοςαμετακόμιστηαμετακόμιστο
Γενικήαμετακόμιστουαμετακόμιστηςαμετακόμιστου
Αιτιατικήαμετακόμιστοαμετακόμιστηαμετακόμιστο
Κλητικήαμετακόμιστεαμετακόμιστηαμετακόμιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμετακόμιστοιαμετακόμιστεςαμετακόμιστα
Γενικήαμετακόμιστωναμετακόμιστωναμετακόμιστων
Αιτιατικήαμετακόμιστουςαμετακόμιστεςαμετακόμιστα
Κλητικήαμετακόμιστοιαμετακόμιστεςαμετακόμιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →