Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμετανόητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν μετανιώνει για τα σφάλματά του Βικιλεξικό
  2. γενικότεραπου δεν αλλάζει τις συνήθειές του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμετανόητος < α- στερητικό + μετανοώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμετανόητοςαμετανόητηαμετανόητο
Γενικήαμετανόητουαμετανόητηςαμετανόητου
Αιτιατικήαμετανόητοαμετανόητηαμετανόητο
Κλητικήαμετανόητεαμετανόητηαμετανόητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμετανόητοιαμετανόητεςαμετανόητα
Γενικήαμετανόητωναμετανόητωναμετανόητων
Αιτιατικήαμετανόητουςαμετανόητεςαμετανόητα
Κλητικήαμετανόητοιαμετανόητεςαμετανόητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →