Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμηχανία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αδυναμία συμπεριφοράς και αντίδρασης με τον πρέποντα τρόπο· το να μη μπορεί κάποιος να πει ή να κάνει αυτό που είναι κατάλληλο Βικιλεξικό
    • ένιωσα αμηχανία, όταν τον είδα να απομακρύνει το βλέμμα του
  2. συναίσθημα σύγχυσης και αναστάτωσης που προκαλείται από κάτι ξαφνικό κι αναπάντεχο Βικιλεξικό
    • η αμηχανία την έκανε να μην μπορεί να κοιμηθεί

Ετυμολογία

αμηχανία < αρχαία ελληνική ἀμηχανία. Η αρχική σημασία ήταν ένδεια λόγω απουσίας οικονομικών πόρων

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμηχανίααμηχανίες
Γενικήαμηχανίαςαμηχανιών
Αιτιατικήαμηχανίααμηχανίες
Κλητικήαμηχανίααμηχανίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →