αμιαντωρυχείο
•
- ορυχείο απ' όπου εξορύσσεται αμίαντος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμιαντωρυχείο < αμίαντος + ορυχείο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμιαντωρυχείο | αμιαντωρυχεία |
| Γενική | αμιαντωρυχείου | αμιαντωρυχείων |
| Αιτιατική | αμιαντωρυχείο | αμιαντωρυχεία |
| Κλητική | αμιαντωρυχείο | αμιαντωρυχεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →