Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμιδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημείαπου έχει σχέση με τα αμίδια, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμιδικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική amidic < amide < ammonia < λατινική ammoniacus < αρχαία ελληνική ἀμμωνιακός < Ἄμμων < αρχαία αιγυπτιακή i-mn:n-A40 (jmn)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμιδικόςαμιδικήαμιδικό
Γενικήαμιδικούαμιδικήςαμιδικού
Αιτιατικήαμιδικόαμιδικήαμιδικό
Κλητικήαμιδικέαμιδικήαμιδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμιδικοίαμιδικέςαμιδικά
Γενικήαμιδικώναμιδικώναμιδικών
Αιτιατικήαμιδικούςαμιδικέςαμιδικά
Κλητικήαμιδικοίαμιδικέςαμιδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →