αμιράς
•
- ιστορίαστρατιωτικός και πολιτικός διοικητής αραβικής χώρας κατά τη μεσαιωνική περίοδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμιράς < μεσαιωνική ελληνική ἀμιρᾶς / ἀμηρᾶς < αραβική أمير (διοικητής)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμιράς | αμιράδες |
| Γενική | αμιρά | αμιράδων |
| Αιτιατική | αμιρά | αμιράδες |
| Κλητική | αμιρά | αμιράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →