αμμουδιά
•
- έκταση με πολλή άμμο, συνήθως κοντά σε θάλασσα Βικιλεξικό
- Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος, / του γυρισμού, στη μεγάλη / της αμμουδιάς απλωσιά. / Στην καρδιά μου / τα βλέφαρά μου κλεισμένα· / και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου...
Ετυμολογία
αμμουδιά < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμμουδιά | αμμουδιές |
| Γενική | αμμουδιάς | αμμουδιών |
| Αιτιατική | αμμουδιά | αμμουδιές |
| Κλητική | αμμουδιά | αμμουδιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →