Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμμωνιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αμμωνία Βικιλεξικό
  2. που αναφέρεται στην αμμωνία Βικιλεξικό
  3. που περιέχει αμμωνία Βικιλεξικό
  4. που παράγεται από αμμωνία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμμωνιακός < αμμωνία + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμμωνιακόςαμμωνιακήαμμωνιακό
Γενικήαμμωνιακούαμμωνιακήςαμμωνιακού
Αιτιατικήαμμωνιακόαμμωνιακήαμμωνιακό
Κλητικήαμμωνιακέαμμωνιακήαμμωνιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμμωνιακοίαμμωνιακέςαμμωνιακά
Γενικήαμμωνιακώναμμωνιακώναμμωνιακών
Αιτιατικήαμμωνιακούςαμμωνιακέςαμμωνιακά
Κλητικήαμμωνιακοίαμμωνιακέςαμμωνιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →