Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμμόγη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αμμώδης τόπος, αμμώδες έδαφος Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Β΄ στίχ. 668 (666-669) αρχική έκδοση: 1938, εκδόσεις: Τυπογραφεία Γ.Σ. Χρήστου, 1957 @google.gr/books.
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Ι΄ στίχ. 760 (758-760) αρχική έκδοση: 1938, εκδόσεις: Τυπογραφεία Γ.Σ. Χρήστου, 1957.

Ετυμολογία

αμμόγη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀμμόγη. Μορφολογικά αναλύεται σε άμμος + γη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμμόγηαμμόγες
Γενικήαμμόγης—
Αιτιατικήαμμόγηαμμόγες
Κλητικήαμμόγηαμμόγες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →