αμμότοπος
•
- τόπος γεμάτος άμμο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηάγονος τόπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμμότοπος < άμμ(ος) + -ό- + -τοπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμμότοπος | αμμότοποι |
| Γενική | αμμότοπου | αμμότοπων |
| Αιτιατική | αμμότοπο | αμμότοπους |
| Κλητική | αμμότοπε | αμμότοποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →