αμνήστευση
•
- η πράξη και η έννοια της παροχής αμνηστίας, η διαγραφή ή παραγραφή ενός αδικήματος με πολιτική απόφαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμνήστευση < αμνηστεύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμνήστευση | αμνηστεύσεις |
| Γενική | αμνήστευσης | αμνηστεύσεων |
| Αιτιατική | αμνήστευση | αμνηστεύσεις |
| Κλητική | αμνήστευση | αμνηστεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →