αμνήστευτος
•
- κυριολεκτικάπου δεν έχει αρραβωνιαστεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν έχει δεσμευτεί σε κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμνήστευτος < ελληνιστική κοινή ἀμνήστευτος (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική ἀμνήστευτος < μνηστεύω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμνήστευτος | αμνήστευτη | αμνήστευτο |
| Γενική | αμνήστευτου | αμνήστευτης | αμνήστευτου |
| Αιτιατική | αμνήστευτο | αμνήστευτη | αμνήστευτο |
| Κλητική | αμνήστευτε | αμνήστευτη | αμνήστευτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμνήστευτοι | αμνήστευτες | αμνήστευτα |
| Γενική | αμνήστευτων | αμνήστευτων | αμνήστευτων |
| Αιτιατική | αμνήστευτους | αμνήστευτες | αμνήστευτα |
| Κλητική | αμνήστευτοι | αμνήστευτες | αμνήστευτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →