Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμνησικακία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη ιδιότητα του αμνησίκακου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμνησικακία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀμνησικακία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμνησικακίααμνησικακίες
Γενικήαμνησικακίαςαμνησικακιών
Αιτιατικήαμνησικακίααμνησικακίες
Κλητικήαμνησικακίααμνησικακίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →