αμνιοκέντηση
•
- νεολογισμόςχειρουργική επέμβαση στη μήτρα διαμέσου της κοιλιάς ή του τραχήλου της μήτρας προκειμένου να γίνει αναρρόφηση αμνιακού υγρού συνήθως για αναγνώριση του φύλου του εμβρύου ή διερεύνηση πιθανών ασθενειών του εμβρύου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμνιοκέντηση < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική amniocentesis < ἀμνί(ον) + -ο- + κέντησις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμνιοκέντηση | αμνιοκεντήσεις |
| Γενική | αμνιοκέντησης | αμνιοκεντήσεων |
| Αιτιατική | αμνιοκέντηση | αμνιοκεντήσεις |
| Κλητική | αμνιοκέντηση | αμνιοκεντήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →