Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμοιβαδικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιατρικήκάποιος που πάσχει από αμοιβάδωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμοιβαδικός < αμοιβάδα + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική amibien)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμοιβαδική / αμοιβαδικός / αμοιβαδικόαμοιβαδικές / αμοιβαδικοί / αμοιβαδικά
Γενικήαμοιβαδικής / αμοιβαδικού / αμοιβαδικούαμοιβαδικών / αμοιβαδικών / αμοιβαδικών
Αιτιατικήαμοιβαδική / αμοιβαδικό / αμοιβαδικόαμοιβαδικές / αμοιβαδικούς / αμοιβαδικά
Κλητικήαμοιβαδική / αμοιβαδικέ / αμοιβαδικόαμοιβαδικές / αμοιβαδικοί / αμοιβαδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

αμοιβαδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την αμοιβάδωση, οφείλεται ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμοιβαδικός < αμοιβάδα + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική amibien)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμοιβαδικόςαμοιβαδικήαμοιβαδικό
Γενικήαμοιβαδικούαμοιβαδικήςαμοιβαδικού
Αιτιατικήαμοιβαδικόαμοιβαδικήαμοιβαδικό
Κλητικήαμοιβαδικέαμοιβαδικήαμοιβαδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμοιβαδικοίαμοιβαδικέςαμοιβαδικά
Γενικήαμοιβαδικώναμοιβαδικώναμοιβαδικών
Αιτιατικήαμοιβαδικούςαμοιβαδικέςαμοιβαδικά
Κλητικήαμοιβαδικοίαμοιβαδικέςαμοιβαδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →