αμοιβαιότητα
•
- η ανταπόδοση των ίδιων συναισθημάτων (ή μιας ιδιότητας) ανάμεσα σε δύο πρόσωπα ή ομάδες Βικιλεξικό
- O ατομοκεντρισμός φανερώνει δέσμευση στον πρωτογονισμό των ενστικτωδών ενορμήσεων, κυρίαρχη την ανάγκη κατασφάλισης (αυτοσυντήρησης – κυριαρχίας – ηδονής) του εγωτικού υποκειμένου, άρα πρωτεύουσα τη χρησιμότητα – ωφελιμότητα. O κοινωνιοκεντρισμός, αντίθετα, δηλώνει δυναμική ελευθερίας από το ένστικτο, προτεραιότητα της αυθυπέρβασης, της μετοχής, της προσφοράς, της αμοιβαιότητας. (εφ. Καθημερινή, 15.08.2016)
- ανταλλαγή, ανταπόδοση Βικιλεξικό
- νομικός όροςη αποδοχή κοινών δεσμεύσεων και η ανταπόδοση ωφελημάτων ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα κράτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμοιβαιότητα < (καθαρεύουσα) αμοιβαιότης < αμοιβαίος + -ότης / -ότητα, (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική réciprocité· η λέξη βρίσκεται στο Dictionnaire Grec-moderne / Français τού Par F. D. Dehéque που εκδόθηκε το 1825 και μάλλον είχε πλαστεί πριν την χρονολογία αυτή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμοιβαιότητα | αμοιβαιότητες |
| Γενική | αμοιβαιότητας | αμοιβαιοτήτων |
| Αιτιατική | αμοιβαιότητα | αμοιβαιότητες |
| Κλητική | αμοιβαιότητα | αμοιβαιότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →