αμολάω
•
- αφήνω κάτι ελεύθερο, χαλαρό Βικιλεξικό
- Ποιός την αμόλησε 'δω μέσα και βρωμοκοπάει ο τόπος;
- Μην αμολήσεις άλλη κοτσάνα, φτάνει για σήμερα.
- αφήνω κάτι ελεύθερο, χαλαρό Βικιλεξικό
- Αμόλησαν τα σκυλιά και πήραν στο κυνήγι τους διαρρήκτες
- Αμόλησαν τα ΜΑΤ
Ετυμολογία
αμολάω < μεσαιωνική ελληνική ἀμολάρω από το ναυτικό όρο mola ή ammolla, ενετικής ή ιταλικής προέλευσης (Χρειάζεται επεξεργασία)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αμολάω / αμολώ | αμολάς | αμολά / αμολάει | αμολάμε / αμολούμε | αμολάτε | αμολάν / αμολάνε / αμολούν / αμολούνε |
| Παρατατικός | αμολούσα / αμόλαγα | αμολούσες / αμόλαγες | αμολούσε / αμόλαγε | αμολάγαμε / αμολούσαμε | αμολάγατε / αμολούσατε | αμολάγανε / αμολούσαν / αμολούσανε / αμόλαγαν |
| Αόριστος | αμόλησα | αμόλησες | αμόλησε | αμολήσαμε | αμολήσατε | — |
| Μέλλοντας | θα αμολάω / θα αμολήσω / θα αμολώ | θα αμολάς / θα αμολήσεις | θα αμολά / θα αμολάει / θα αμολήσει | θα αμολάμε / θα αμολήσουμε / θα αμολούμε | θα αμολάτε / θα αμολήσετε | θα αμολάν / θα αμολάνε / θα αμολούν / θα αμολούνε |
| Υποτακτική | να αμολάω / να αμολήσω / να αμολώ | να αμολάς / να αμολήσεις | να αμολά / να αμολάει / να αμολήσει | να αμολάμε / να αμολήσουμε / να αμολούμε | να αμολάτε / να αμολήσετε | να αμολάν / να αμολάνε / να αμολούν / να αμολούνε |
| Προστακτική | — | αμόλα / αμόλαγε / αμόλησε | — | — | αμολάτε / αμολήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αμολήθηκααμολιέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →