αμοραλιστικός
•
- που μαρτυρεί αμοραλισμό, που δείχνει να μη διαθέτει ως στάση ζωής ή ως συμπεριφορά και πρακτική κάποιο ηθικό κίνητρο ή αρχές αλλά απεναντίας εκφράζει ανήθικες, ανέντιμες προθέσεις και μάλλον περιφρόνηση προς τις αρχές που ασπάζεται η πλειοψηφία είτε σε στενά ηθικό πλαίσιο συγκεκριμένης συμπεριφοράς (π.χ. οικογενειακό, ερωτικό) είτε σε γενικότερο (π.χ. πολιτικό, κοινωνικό) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμοραλιστικός < αμοραλισμός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμοραλιστικός | αμοραλιστική | αμοραλιστικό |
| Γενική | αμοραλιστικού | αμοραλιστικής | αμοραλιστικού |
| Αιτιατική | αμοραλιστικό | αμοραλιστική | αμοραλιστικό |
| Κλητική | αμοραλιστικέ | αμοραλιστική | αμοραλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμοραλιστικοί | αμοραλιστικές | αμοραλιστικά |
| Γενική | αμοραλιστικών | αμοραλιστικών | αμοραλιστικών |
| Αιτιατική | αμοραλιστικούς | αμοραλιστικές | αμοραλιστικά |
| Κλητική | αμοραλιστικοί | αμοραλιστικές | αμοραλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →