Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμορτί

/a.moɾˈti/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποη απόσβεση του ποσού που ποντάρουμε σε στοίχημα, λαχείο κ.λπ., δηλαδή το κέρδισμα του ποσού του πονταρίσματος, της αξίας αγοράς του λαχείου κλπ. όπως όταν τα τελευταία ψηφία του αριθμού του λαχείου είναι πετυχημένα, επιστρέφεται το ποσό της αγοράς του λαχείου Βικιλεξικό
    • ένα λαχείο είναι η ζωή ας είναι κι αμορτί (Από το τραγούδι «Η εκδρομή» σε στίχους και μουσική Γιάννη Μηλιώκα)

Ετυμολογία

αμορτί < (λόγιο δάνειο) γαλλική amorti, μετοχή του amortir (ξεπληρώνω μια αγορά)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →