αμορφωσιά
•
- η αγραμματοσύνη, το να είναι κάποιος αγράμματος, χωρίς μόρφωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμορφωσιά < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμορφωσιά | αμορφωσιές |
| Γενική | αμορφωσιάς | αμορφωσιών |
| Αιτιατική | αμορφωσιά | αμορφωσιές |
| Κλητική | αμορφωσιά | αμορφωσιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →