Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμορφωσιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αγραμματοσύνη, το να είναι κάποιος αγράμματος, χωρίς μόρφωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμορφωσιά < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμορφωσιάαμορφωσιές
Γενικήαμορφωσιάςαμορφωσιών
Αιτιατικήαμορφωσιάαμορφωσιές
Κλητικήαμορφωσιάαμορφωσιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →