Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμορόζα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοερωμένη Βικιλεξικό
    • (σε κεφαλληνιακή διάλεκτο) κε σπετσιαλμέντε συλογούμε την Λαουρέττα που ολίγον και θα γενότουνε αμορόζα μου (Πέτρος Κατσαΐτης, Ιφιγένεια (εν Ληξουριώ), (Κεφαλονιά 1720), Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1995 https://books.google.gr/books?id=DItiAAAAMAAJ&q=%22αμορόζα%22&dq=%22αμορόζα%22&hl=en&sa=X&ved=0CBkQ6AEwADgKahUKEwjRiNfDuKvIAhXK2RoKHde2Dvg)
    • «Αλλά κυρίως οι άντρες, που ένιωθαν σα να 'χαν την αμορόζα στο τσεπάκι τους» (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης: Εξιστόρηση, εκδόσεις Καστανιώτη, 2011, ISBN 9600322430, 9789600322439 https://books.google.gr/books?id=UGV2BQAAQBAJ&pg=PT326&lpg=PT326&dq=%22αμορόζα%22&source=bl&ots=EKd0soDMpq&sig=dUoMMglAQVIlRnT_J_qgeSensSU&hl=en&sa=X&ved=0CF8Q6AEwCDgeahUKEwiayK3MwKvIAhVLCBoKHZu2Dok#v=onepage&q=%22αμορόζα%22&f=false)
    • Αμορόζα εις τα κρεβάτια τους την θέλουν. (Ιωάννης Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα (1829-1850) (στο σημείο αυτό ο Μακρυγιάννης αναφέρεται στην Ελλάδα)
    • Στην Κύπρο: Φοντάνα Αμορόζα (περιοχή)
  2. ναυτικός όροςλεπτό σχοινί με το οποίο τα άκρα των πανιών στερεώνονται στο κατάρτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμορόζα < ιταλική amorosa (ερωτευμένη), θηλυκό του amoroso < μεσαιωνική λατινική amorosus < λατινική amor < amo

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμορόζααμορόζες
Γενικήαμορόζας—
Αιτιατικήαμορόζααμορόζες
Κλητικήαμορόζααμορόζες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →