Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμούστακος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει ακόμα μουστάκι Βικιλεξικό
    • Τα συνόδευαν δυο απ' αυτούς με άσπρες τραχηλιές, ο ένας είχε γένια κι ο άλλος νεαρός, αμούστακος ακόμα. (⌘ Κοσμάς Πολίτης, Εroïca, [μυθιστόρημα], 1937)
  2. κατ’ επέκτασηπολύ νεαρός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμούστακος < α- στερητικό + μουστάκ(ι) + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμούστακοςαμούστακηαμούστακο
Γενικήαμούστακουαμούστακηςαμούστακου
Αιτιατικήαμούστακοαμούστακηαμούστακο
Κλητικήαμούστακεαμούστακηαμούστακο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμούστακοιαμούστακεςαμούστακα
Γενικήαμούστακωναμούστακωναμούστακων
Αιτιατικήαμούστακουςαμούστακεςαμούστακα
Κλητικήαμούστακοιαμούστακεςαμούστακα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →