αμπάλωτος
•
- που δεν έχει μπαλωθεί Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου δεν έχει τακτοποιηθεί, που δεν του έχουν βρει λύση σε κάποιο πρόβλημά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπάλωτος < α- στερητικό + μπαλώνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπάλωτος | αμπάλωτη | αμπάλωτο |
| Γενική | αμπάλωτου | αμπάλωτης | αμπάλωτου |
| Αιτιατική | αμπάλωτο | αμπάλωτη | αμπάλωτο |
| Κλητική | αμπάλωτε | αμπάλωτη | αμπάλωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπάλωτοι | αμπάλωτες | αμπάλωτα |
| Γενική | αμπάλωτων | αμπάλωτων | αμπάλωτων |
| Αιτιατική | αμπάλωτους | αμπάλωτες | αμπάλωτα |
| Κλητική | αμπάλωτοι | αμπάλωτες | αμπάλωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →