Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμπάλωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει μπαλωθεί Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου δεν έχει τακτοποιηθεί, που δεν του έχουν βρει λύση σε κάποιο πρόβλημά του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμπάλωτος < α- στερητικό + μπαλώνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμπάλωτοςαμπάλωτηαμπάλωτο
Γενικήαμπάλωτουαμπάλωτηςαμπάλωτου
Αιτιατικήαμπάλωτοαμπάλωτηαμπάλωτο
Κλητικήαμπάλωτεαμπάλωτηαμπάλωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμπάλωτοιαμπάλωτεςαμπάλωτα
Γενικήαμπάλωτωναμπάλωτωναμπάλωτων
Αιτιατικήαμπάλωτουςαμπάλωτεςαμπάλωτα
Κλητικήαμπάλωτοιαμπάλωτεςαμπάλωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →