αμπάριζα
•
- παιδικό παιχνίδι που παίζεται σε ανοικτό χώρο, όπου τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδες και κυνηγάει η μία την άλλη, προκειμένου να αιχμαλωτίσει τα μέλη της άλλης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπάριζα < → λείπει η ετυμολογία (έχει προταθεί από την αλβανική ambaresë, ίσως όμως να μην υπάρχει τέτοια λέξη στα αλβανικά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπάριζα | αμπάριζες |
| Γενική | αμπάριζας | — |
| Αιτιατική | αμπάριζα | αμπάριζες |
| Κλητική | αμπάριζα | αμπάριζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →