αμπαρώνω
•
- κλείνω επιμελώς ένα χώρο ώστε να μην είναι δυνατή σε ανεπιθύμητους η είσοδος σε αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπαρώνω < αμπάρα + -ώνω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αμπαρώνω | αμπαρώνεις | αμπαρώνει | αμπαρώνουμε | αμπαρώνετε | αμπαρώνουν / αμπαρώνουνε |
| Παρατατικός | αμπάρωνα | αμπάρωνες | αμπάρωνε | αμπαρώναμε | αμπαρώνατε | αμπάρωναν / αμπαρώναν / αμπαρώνανε |
| Αόριστος | αμπάρωσα | αμπάρωσες | αμπάρωσε | αμπαρώσαμε | αμπαρώσατε | αμπάρωσαν / αμπαρώσαν / αμπαρώσανε |
| Μέλλοντας | θα αμπαρώνω / θα αμπαρώσω | θα αμπαρώνεις / θα αμπαρώσεις | θα αμπαρώνει / θα αμπαρώσει | θα αμπαρώνουμε / θα αμπαρώσουμε | θα αμπαρώνετε / θα αμπαρώσετε | θα αμπαρώνουν / θα αμπαρώνουνε / θα αμπαρώσουν / θα αμπαρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αμπαρώσει | έχεις αμπαρώσει | έχει αμπαρώσει | έχουμε αμπαρώσει | έχετε αμπαρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αμπαρώσει | είχες αμπαρώσει | είχε αμπαρώσει | είχαμε αμπαρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αμπαρώσει / να αμπαρώνω / να αμπαρώσω | να έχεις αμπαρώσει / να αμπαρώνεις / να αμπαρώσεις | να έχει αμπαρώσει / να αμπαρώνει / να αμπαρώσει | να έχουμε αμπαρώσει / να αμπαρώνουμε / να αμπαρώσουμε | να έχετε αμπαρώσει / να αμπαρώνετε / να αμπαρώσετε | να αμπαρώνουν / να αμπαρώνουνε / να αμπαρώσουν / να αμπαρώσουνε |
| Προστακτική | — | αμπάρωνε / αμπάρωσε | — | — | αμπαρώνετε / αμπαρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →