Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμπασάδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικόμικροεξυπηρέτηση, θέλημα, αποστολή Βικιλεξικό
    • Aπό μικιό κοπέλι την εκαμάρωνα τουτηνά την ελιά. Γιατί απόκεια επερνοδιάβαινα να πάω στσ’ αμπασάδες, απού με μπέμπανε οι γονείς μου, πότε για να μεταδέσω τα μαρθιά μας, γη να τα σταλίξω στσοι σκιανιούς τω δεντρώ, απού ήτανε έκεια τριγύρω στο ίδιο σώχωρο τάξε μου απού ήτανε και κείνη, τα καλοκαιρινά μεσημέρια, για να μην είναι στο καταμεσήμερο στον ήλιο.

Ετυμολογία

αμπασάδα < (άμεσο δάνειο) βενετική ambassada

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμπασάδααμπασάδες
Γενικήαμπασάδαςαμπασάδων
Αιτιατικήαμπασάδααμπασάδες
Κλητικήαμπασάδααμπασάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →