αμπασάδα
•
- ιδιωματικόμικροεξυπηρέτηση, θέλημα, αποστολή Βικιλεξικό
- Aπό μικιό κοπέλι την εκαμάρωνα τουτηνά την ελιά. Γιατί απόκεια επερνοδιάβαινα να πάω στσ’ αμπασάδες, απού με μπέμπανε οι γονείς μου, πότε για να μεταδέσω τα μαρθιά μας, γη να τα σταλίξω στσοι σκιανιούς τω δεντρώ, απού ήτανε έκεια τριγύρω στο ίδιο σώχωρο τάξε μου απού ήτανε και κείνη, τα καλοκαιρινά μεσημέρια, για να μην είναι στο καταμεσήμερο στον ήλιο.
Ετυμολογία
αμπασάδα < (άμεσο δάνειο) βενετική ambassada
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπασάδα | αμπασάδες |
| Γενική | αμπασάδας | αμπασάδων |
| Αιτιατική | αμπασάδα | αμπασάδες |
| Κλητική | αμπασάδα | αμπασάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →