αμπελικός
•
- ο αγροφύλακας Βικιλεξικό
- ο επιμελούμενος τον αμπελώνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αμπελικός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπελικός | αμπελική | αμπελικό |
| Γενική | αμπελικού | αμπελικής | αμπελικού |
| Αιτιατική | αμπελικό | αμπελική | αμπελικό |
| Κλητική | αμπελικέ | αμπελική | αμπελικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αμπελικοί | αμπελικές | αμπελικά |
| Γενική | αμπελικών | αμπελικών | αμπελικών |
| Αιτιατική | αμπελικούς | αμπελικές | αμπελικά |
| Κλητική | αμπελικοί | αμπελικές | αμπελικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →