Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμπελικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο αγροφύλακας Βικιλεξικό
  2. ο επιμελούμενος τον αμπελώνα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αμπελικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμπελικόςαμπελικήαμπελικό
Γενικήαμπελικούαμπελικήςαμπελικού
Αιτιατικήαμπελικόαμπελικήαμπελικό
Κλητικήαμπελικέαμπελικήαμπελικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαμπελικοίαμπελικέςαμπελικά
Γενικήαμπελικώναμπελικώναμπελικών
Αιτιατικήαμπελικούςαμπελικέςαμπελικά
Κλητικήαμπελικοίαμπελικέςαμπελικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →