Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αμπελοκτηματίας

/am.be.lo.kti.maˈti.as/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο ιδιοκτήτης αμπελιών Βικιλεξικό
    • Κάποιος μεγάλος αμπελοκτηματίας από τα Σπάτα της Αττικής, αναφέρει η ιστορία, με πολλά στρέμματα δικά του, μάζευε κάθε χρόνο ένα σωρό διαλεχτά σταφύλια. Από συνήθεια όμως άφηνε κάθε φορά που τρυγούσε επάνω στα κλήματα τα μικρά τσαμπιά για τους φτωχούς του χωριού. Αυτή τη συνήθεια την κρατούσε κάθε φορά την περίοδο του τρύγου.

Ετυμολογία

αμπελοκτηματίας < αμπελο- + κτηματίας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαμπελοκτηματίαςαμπελοκτηματίες
Γενικήαμπελοκτηματίααμπελοκτηματιών
Αιτιατικήαμπελοκτηματίααμπελοκτηματίες
Κλητικήαμπελοκτηματίααμπελοκτηματίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →